Ιωάννης Καμπάνης – “Το φανελάκι του παππού Κωσταντή” (μυθιστόρημα)

Το Φανελάκι του Παππού Κωσταντή είναι ένα βιβλίο με φόντο τη Σμύρνη.

Αυτή είναι μία κυριολεκτική περιγραφή του βιβλίου.

Βρισκόμαστε στη Σμύρνη, στα βάθη της Ασίας. Σωτήριο έτος 1914. Τρία χρόνια ακριβώς πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η Ελίνα είναι μία όμορφη νεαρή κοπέλα που δουλεύει στο καπελάδικο “Φίνο” του Νικηφόρου Μουφάσα, γνωστού επιχειρηματία της πόλης και μεγάλου ζεμ πρεμιέρ. Τακτική, συνεπής και εύστροφη, μα και συνάμα γλυκιά και κοινωνική, η Ελίνα κερδίζει τις καρδιές των Ελλήνων και Τούρκων κατοίκων της Σμύρνης, οι οποίοι περνούν καθημερινά από το μαγαζί για να πουν ένα “γεια” ή ένα “σαλέλ”.

Η ζωή της μοιράζεται μεταξύ της σκληρής δουλειάς στο καπελάδικο και της οικογένειας της στο χωριό Μπαλίκ, περίπου 40 λεπτά με το BMX από την πόλη. Ο άντρας της, Ορχάν, λείπει συνεχώς σε ταξίδια καθώς είναι μούτσος σε πολεμικό υποβρύχιο. Έτσι η Ελίνα περνάει τον περισσότερο χρόνο με τον μικρό τους γιο, τον Κωστή, οποίος ανακαλύπτει τον κόσμο και την κατακλύζει συνεχώς με αναπάντεχες και περίεργες ερωτήσεις! Όπως για παράδειγμα: “μαμά μαμά μαμά τα φίδια κλάνουν;”. Ή “μαμά μαμά μαμά φέτος στα γενέθλια μου θέλω μία τούρτα με φράουλες και σαρδέλες και πριονίδι και σβηστράκια!”. Καλά αυτό δεν είναι ερώτηση.

Δίπλα τους βρίσκεται πάντα ο παππούς του Κωστή και πατέρας της Ελίνας, ο μπάρμπα-Κωσταντής. Ένας κοτσονάτος κύριος που τα εξήντα χρόνια ζωής του έχουν αφήσει ελάχιστα σημάδια πάνω του: μικρές ρυτίδες στις άκρες των ματιών που τον κάνουν ακόμα πιο γοητευτικό, ελάχιστα μαλλιά τα οποία κάνει ροξάκι στην καράφλα του, κάτι που δεν είναι και πολύ γοητευτικό, και μια δυσλειτουργία στο πεπτικό σύστημα το οποίο κάνει τα αέριά του εξαιρετικά δύσοσμα και τοξικά. Γι’ αυτό και η πάντα πρακτική Ελίνα του έχει χτίσει μία δικιά του τουαλέτα στην αυλή, είκοσι μέτρα από το σπίτι, κάτω από μία κλαίουσα ιτιά. Η οποία ιτιά μετά την εγκατάσταση της τουαλέτας φαίνεται να κλαίει όλο και περισσότερο μέρα με τη μέρα.

Όλα κυλούν πολύ όμορφα, όταν μια μέρα μαύρα σύννεφα αρχίζουν να σκεπάζουν την γαλήνη της οικογένειας. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένα σύννεφο: αυτή η έκφραση είναι μία αλληγορία, μία παρομοίωση αν θέλετε. Δε το εννοεί κυριολεκτικά δηλαδή πως υπάρχουν κάποια μαύρα σύννεφα, αλλά εννοεί πως κάτι κακό ετοιμάζεται να συμβεί. Είναι μία μεταφορά. Όπως σε ένα άλλο σημείο του βιβλίο όπου ο παππούς Κωσταντής λέει: “Ελίνα μου, χθες το βράδυ με πήγε αίμα”. Δε το εννοεί κυριολεκτικά -άλλωστε τι θα μπορούσε να σημαίνει κυριολεκτικά η έκφραση “τον πάω αίμα”; Απλά χρησιμοποιεί αυτό το σχήμα λόγου για να δηλώσει πως τον έπιασε ένα τρομερό κόψιμο χθες, χωρίς να μπει σε περαιτέρω ανατριχιαστικές λεπτομέρειες περιγραφής του κοψίματος. Μια άλλη έκφραση που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει είναι “με πήγε σερπαντίνα”.

Μια Πέμπτη μεσημέρι λοιπόν ο παππούς Κωσταντής πάει στην προσωπική του τουαλέτα. Το πρωί είχε πιει στο ΚΑΠΗ της Σμύρνης μίλκο, και γυρνώντας από την αγορά δε μπόρεσε να αντισταθεί σε ένα λαχταριστό πικάντικο κεμπάπ, κάτι που του έχει απαγορέψει ο γαστρεντερολόγος γιατί ερεθίζει το στομάχι του. Οπότε μπορείτε να φανταστείτε τι επακολούθησε όταν ο Κωσταντής έκατσε στον θρόνο. Όταν δέκα λεπτά μετά οι πολεμικές ιαχές του παππού Κωσταντή σταματήσουν και επέλθει μία σχετική ηρεμία στο πεδίο της μάχης, ο παππούς Κωσταντής θα ανοίξει τα μάτια του και θα ρίξει μια θριαμβευτική ματιά τριγύρω του. Μέχρι που το βλέμμα του θα συναντήσει το μικρό ξύλινο τραπεζάκι κάτω από τον νεροχύτη. Το οποίο είναι άδειο. Με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του θα σαρώσει όλο το χώρο, για να επιβεβαιώσει τελικά το μεγαλύτερό του φόβο: δεν υπάρχει χαρτί υγείας. Τίποτα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να σκουπιστεί.

Εξουθενωμένος, τρομαγμένος, απελπισμένος, θα κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη σε αυτή την τραγική κατάσταση. Και τότε το μάτι του θα εστιάσει σε ένα και μόνο πράγμα: στο άσπρο φανελάκι που φοράει.

Είπαν για το “Φανελάκι του παππού Κωσταντή“:

“Η γραφή του Ιωάννη Καμπάνη είναι εξαιρετική. Έχει αυτή τη μαγική ιδιότητα να σε μεταφέρει σε τόπους και μέρη που δεν έχεις πάει ποτέ σου, και όμως είναι σαν να έχεις πάει, αλλά δεν έχεις πάει. Αν έχεις ήδη πάει δε μετράει. Έτσι και με το τελευταίο του βιβλίο. Εγώ έχω πάει στη Σμύρνη όταν ήμουν μικρός, με τους γονείς μου. Είχαν ωραία παγωτά.”

— Κάρολος Παπούλιας

 

“Μετά τις πρώτες είκοσι σελίδες ταυτίστηκα απίστευτα με τον πρωταγωνιστή. Έχω και γω χρόνια προβλήματα με το έντερό μου, και καταλαβαίνω τα προβλήματά του. Κουράγιο παππού Κωσταντή!”

— κος Κυριάκος, συνταξιούχος

 

“Λατρεύω τα βιβλία που έχουν σχέση με τη Σμύρνη ή το Κιλκίς. Θα ήθελα να έχω γεννηθεί στη Σμύρνη, όμως δυστυχώς γεννήθηκα στο Κιλκίς. Και δυστυχώς δεν υπάρχουν βιβλία για το Κιλκίς, οπότε διαβάζω βιβλία για τη Σμύρνη. Έχω διαβάσει επίσης και Αστερίξ, καλά είναι.”

— Λίλα Καφαντάρη, ηθοποιός

 

“Δεν ανοίγω βιβλία γιατί μέσα έχουν γράμματα. Κι εγώ δε τα πάω καλά με τα γράμματα. Εκτός κι αν είναι απειλητικά.”

— Μάκης Ψωμίαδης

 

“Μου άρεσε πολύ ο Πετρετζίκης οπότε άρχισα να βλέπω τις εκπομπές του. Σιγά – σιγά άρχισα να μαγειρεύω και πλέον δε παραγγέλνω απ’ έξω. Μου αρέσουν τα πικάντικα, οπότε μια φορά είχα δει στην τελεόραση την Πολίτικη Κουζίνα. Είχε σχέση με μπαχαρικά και τη Σμύρνη. Μου άρεσε πολύ η Σμύρνη στην ταινία. Οπότε είπα να διαβάσω ένα βιβλίο για τη Σμύρνη. Πήρα ένα βιβλίο με συνταγές για σμυρνέικα σουτζουκάκια. Δε μου βγήκαν και πολύ καλά. Ίσως έβαλα πολύ κύμινο.”

— κα Γιούλα, οικιακά

 

“Η κατηγορία μας είναι βιβλία. Μπράβο! Συγγραφέας. Αναπνοή.”

— Τζούλια Νόβα, ανάβει τα γράμματα στον Τροχό της Τύχης

 

Το Φανελάκι του Παππού Κωσταντή είναι το νέο συνταρακτικό μεσοπολεμικό μυθιστόρημα του Ιωάννη Καμπάνη. Κυκλοφορεί το Σεπτέμβρη από τις εκδόσεις Πιγκαλίων, και δε πρέπει να λείπει από καμία παιδική δανειστική βιβλιοθήκη.

Μη το χάσετε!

2 thoughts on “Ιωάννης Καμπάνης – “Το φανελάκι του παππού Κωσταντή” (μυθιστόρημα)

  1. Κυρια Γιουλα, η Πολίτικη Κουζίνα ειχε σχεση με την Κωνσταντινούπολη και οχι τη Σμύρνη. Αλλιώς θα λεγόταν Σμυρνέικη Κουζίνα. Ελπιζω να δειτε το “1968” για την ΑΕΚ. Παλι με Χρόνια με Καιρούς, Παλι δικά μας θα ‘ναι.

    Φιλικά
    ΤΜ

  2. Αγαπητέ Φώτη,
    Το έχω διαβάσει το 1968 του Όργουελ, απλά δεν ήξερα ότι έχει βγει και σε ταινία. Θα πάω να ρωτήσω αύριο στο βίντεο κλάμπ αν έχουν φέρει την κασσέτα να το δω.

    Φιλικά,
    Γιούλα

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *